Λάφριος

Λάφριος
I
Μυθολογικό πρόσωπο. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν γιος του Κασταλία και εγγονός του Δελφού. Εικονίζεται σε νομίσματα να κρατάει λύρα.
II
Προσωνυμία του θεού Απόλλωνα στην Αιτωλία (από τον ναό του που βρισκόταν στον Λαφριαίο λόφο), του Ερμή ως θεού της φιλοξενίας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, του Δία. Η ονομασία Λ. πρέπει να προέρχεται είτε από τις λέξεις έλαφος και ελαφρός είτε από τη λέξη λάφυρο (η Άρτεμις, αδελφή του Απόλλωνα, ήταν η θεά της λαφυραγωγίας) είτε τέλος από το Λαφορία, δηλαδή θεά των δρόμων.
* * *
Λάφριος, ὁ (Α) [Λαφρία]
1. προσωνυμία τού Απόλλωνος, τού Διός και τού Ερμού
2. μήνας τού ημερολογίου τού Ερινεού στη Φωκίδα αντίστοιχος τού δελφικού Θεοξενίου και τού αττικού Ελαφιβολιώνος.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • Λάφριος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λαφρίου — Λάφριος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λάφριον — Λάφριος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Гермес — У этого термина существуют и другие значения, см. Гермес (значения). Гермес Гермес Бог тор …   Википедия

  • Меркурий (бог) — Гермес Гермес Бог торговли и воровства Мифология: Древнегреческая В иных культурах: Меркурий Отец: Зевс Мать: Плеяда Майя …   Википедия

  • Меркурий (божество) — Гермес Гермес Бог торговли и воровства Мифология: Древнегреческая В иных культурах: Меркурий Отец: Зевс Мать: Плеяда Майя …   Википедия

  • Меркурий (древнеримская мифология) — Гермес Гермес Бог торговли и воровства Мифология: Древнегреческая В иных культурах: Меркурий Отец: Зевс Мать: Плеяда Майя …   Википедия

  • Λαφριαίος — Λαφριαῑος, ὁ (Α) ονομασία τού τέταρτου μήνα τού αρχαίου αιτωλικού μηνολογίου, ο οποίος αντιστοιχεί στους σημερινούς Δεκέμβριο Ιανουάριο και ονομάστηκε έτσι από τη λατρεία τού Απόλλωνος Λαφρίου και τής Αρτέμιδος Λαφρίας, αλλ. Δῑος. [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • λαφρία — Προσωνυμία της θεάς Άρτεμης στην περιοχή της αρχαίας Καλυδώνας. * * * και λάφριος, η ζωολ. γένος μεγάλων σαρκοφάγων μυγών τού βόρειου ημισφαιρίου, που ανήκει στην οικογένεια ασιλίδες …   Dictionary of Greek

  • ελαφρός, -ή, -ό — και ελαφρύς, ιά, ύ και (α)λαφρός, ή, ό και (α)λαφρύς, ιά, ύ και (α)λαφριός, ά, ό επίρρ. ά και ιά 1. που έχει μικρό σχετικά βάρος, ανάλαφρος, που εύκολα μετατοπίζεται: Ελαφριά βαλίτσα. 2. που έχει μικρό ειδικό βάρος: Το μπαμπάκι είναι πιο ελαφρό… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”